κλίπερ
το, άκλ. ουσ.

(ναυτ.) τύπος εμπορικού ιστιοφόρου σκάφους του 19ου αιώνα που έχει σαν χαρακτηριστικό του γνώρισμα την μεγάλη ταχύτητα, κατάλληλο για μακρινά ωκεάνια ταξίδια.
Ετυμολογία
< αγγλ. clipper.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλίπερ», σ. 437. https://navalhistory.gr/lexiko/κλιπερ/