λάφτσα
η, ουσ.
(ναυτ.) η μυτερή τριγωνική άκρη στους βραχίονες της άγκυρας ή του καμακιού, το νύχι της άγκυρας, ο χαλός.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάφτσα», σ. 477. https://navalhistory.gr/lexiko/λαφτσα/