μαρκούτσι
το, ουσ.
- δερμάτινη καπνοσύριγγα του ναργιλέ
- (μτφ.) κάθε μακρύ αντικείμενο, συνών. μαντζαφλάρι και μαντζαφλέρι
- εξάρτημα συνήθως μηχανήματος
- (ευφημ.) το ανδρικό γεννητικό όργανο, το πέος, συνών. μαραφέτι
- (ναυτ.) εξάρτημα, στην άκρη του σωλήνα παροχής αέρα για δύτες και σφουγγαράδες
- ο αναπνευστήρας της μάσκας κατάδυσης.
Ετυμολογία
< τουρκ. marpuç < περσ. marpiç.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαρκούτσι», σσ. 503-504. https://navalhistory.gr/lexiko/μαρκουτσι/