navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαρκούτσι

μαρκούτσι

το, ουσ.

  1. δερμάτινη καπνοσύριγγα του ναργιλέ
  2. (μτφ.) κάθε μακρύ αντικείμενο, συνών. μαντζαφλάρι και μαντζαφλέρι
  3. εξάρτημα συνήθως μηχανήματος
  4. (ευφημ.) το ανδρικό γεννητικό όργανο, το πέος, συνών. μαραφέτι
  5. (ναυτ.) εξάρτημα, στην άκρη του σωλήνα παροχής αέρα για δύτες και σφουγγαράδες
  6. ο αναπνευστήρας της μάσκας κατάδυσης.

Ετυμολογία

< τουρκ. marpuç < περσ. marpiç.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαρκούτσι», σσ. 503-504. https://navalhistory.gr/lexiko/μαρκουτσι/