μπαμπάς
ο, ουσ. [πληθ. μπαμπάδες] [λαϊκότροπο]
- (κοινων.) πατέρας
- πολιτικό πρόσωπο που επιδεικνύει προστατευτικές συμπεριφορές για το λαό του, γνωστό και ως πατερούλης [π.χ. Στάλιν]
- (αρχιτ.) ονομασία κατακόρυφων στηριγμάτων σε ξύλινη στέγη, πάτερο, ή (ναυπ.) σε ιστιοφόρα σαν μικρά κολονάκια χρήσιμα για το δέσιμο των σχοινιών κατά τη διαδικασία της αγκυροβόλησης
- (ναυτ.) χοντρός σιδερένιος πάσσαλος μπηγμένος στην προκυμαία για το δέσιμο των πλοίων, συνών. μπίντα, δέστρα
- (ζαχαρ.) είδος γλυκού από αφράτη σιροπιαστή ζύμη και σαντιγί, συνών. σαβαρέν.
Ετυμολογία
[για τις ερμ. 1 έως 4] < τουρκ. baba [= πατέρας], ή
ή ηχομιμητική λ. της παιδικής ηλικίας, [για την 5η ερμ.] < γαλλ. baba.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαμπάς», σ. 542. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαμπασ/