navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπαμπάς

μπαμπάς

ο, ουσ. [πληθ. μπαμπάδες] [λαϊκότροπο]

  1. (κοινων.) πατέρας
  2. πολιτικό πρόσωπο που επιδεικνύει προστατευτικές συμπεριφορές για το λαό του, γνωστό και ως πατερούλης [π.χ. Στάλιν]
  3. (αρχιτ.) ονομασία κατακόρυφων στηριγμάτων σε ξύλινη στέγη, πάτερο, ή (ναυπ.) σε ιστιοφόρα σαν μικρά κολονάκια χρήσιμα για το δέσιμο των σχοινιών κατά τη διαδικασία της αγκυροβόλησης
  4. (ναυτ.) χοντρός σιδερένιος πάσσαλος μπηγμένος στην προκυμαία για το δέσιμο των πλοίων, συνών. μπίντα, δέστρα
  5. (ζαχαρ.) είδος γλυκού από αφράτη σιροπιαστή ζύμη και σαντιγί, συνών. σαβαρέν.

Ετυμολογία

[για τις ερμ. 1 έως 4] < τουρκ. baba [= πατέρας], ή

ή ηχομιμητική λ. της παιδικής ηλικίας, [για την 5η ερμ.] < γαλλ. baba.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπαμπάς», σ. 542. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαμπασ/