συμπλοιοκτήτης
ο, ουσ.
(ναυτ.) συνιδιοκτήτης πλοίου, αυτός που έχει μαζί με άλλους, με το ίδιο ή διαφορετικό ποσοστό κυριότητας, καθώς και το δικαίωμα αξιοποίησης επιχειρηματικά [εκμετάλλευσης] του σκάφους, συνών. παρτσινέβελος, ο/η.
Ετυμολογία
< συν + πλοιοκτήτης < πλοί(ον) -ο- + -κτήτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συμπλοιοκτήτης», σ. 800. https://navalhistory.gr/lexiko/συμπλοιοκτητησ/