φουσκονεριά
η, ουσ.
(ναυτ.) η ανύψωση της στάθμης του νερού στις όχθες της θάλασσας, της τεχνητής ή φυσικής λίμνης, που προκαλείται από την επίδραση του ανέμου, η πλημμυρίδα της παλίρροιας, συνών. μπασιά, μαρέα, αντών. άμπωτη, φυρονεριά.
Ετυμολογία
< φουσκ(ώνω) -ο- + νεριά < νερό.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φουσκονεριά», σ. 896. https://navalhistory.gr/lexiko/φουσκονερια/