μόρσα
η, ουσ.

- (εργαλ.) α) μεταλλικός σφικτήρας, η μέγγενη των σιδηρουργών αλλά και πολλών άλλων επαγγελματιών, β) μορσέτο [= ο μικρός σφιγκτήρας]
- (ναυτ.) χοντρά ξύλινα δοκάρια, τάκοι, που χρησιμεύουν για την υποστήριξη του σκάφους στην στεριά.
Ετυμολογία
< ιταλ. morsa < βενετ. < λατιν. morsus [= δάγκωμα] < mordeo [= δαγκάνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μόρσα», σ. 534. https://navalhistory.gr/lexiko/μορσα/