navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αύτανδρος

αύτανδρος

-η, -ο, επίθ.

(ναυτ.) για πλοίο που βυθίστηκε, με όλο του το πλήρωμα και τους επιβάτες, χωρίς να σωθεί κανείς, συνών. σύ(μ)ψυχος.

Ετυμολογία

< μτγν. αὔτανδρος, -η, -ον, < αὐτό(ς)- + -ἀνδρός, γεν. του ἀνήρ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αύτανδρος», σ. 135. https://navalhistory.gr/lexiko/αυτανδροσ/