αβίζο
το, άκλ. ουσ.
(ναυτ.)
- α) ειδοποίηση, άγγελμα, συνών. χαμπέρι, μαντάτο, «Έστειλε αβίζο στον καπετάνιο», (φρ.) «παίρνω αβίζο», αντιλαμβάνομαι
- αγγελιοφόρο ή ανιχνευτικό πλοίο, που είναι κατασκευαστικά ελαφρύ.
Ετυμολογία
< μσν. αβίζο < ιταλ. avviso < παλ. γαλλ. à vis, ή
ή < ιταλ. avviso [= ειδοποίηση, προειδοποίηση] < ισπαν. (barco de) aviso.
Σημείωμα
Το αβίζο, ίσως και αβιζό λόγω ξενικής προφοράς, ήταν ταχύτατο πλοιάριο με σκοπό την άμεση πληροφόρηση. Λειτουργούσε στρατιωτικά ως εμπροσθοφυλακή με αναγνωριστικό, συνήθως, καθήκον. Το ρόλο αυτό έπαιξαν διάφοροι τύποι σκαφών: από την αρχαιότητα οι κέλητες, κατά το μεσαίωνα οι γαλέρες και αργότερα οι ημιολίες. Το 17ο αι. οι πρώτες φρεγάτες και αργότερα οι μυοπάρωνες, τα βρίκια μέχρι και οι κορβέτες.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβίζο», σ. 32. https://navalhistory.gr/lexiko/αβιζο/