θωράκιο
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- μικρός θώρακας
- (αρχιτ.) προτείχισμα σε οικοδομή στο ύψος περίπου του στήθους το οποίο προφυλάσσει από πτώσεις, στηθαίο, παραπέτο
- (εκκλ.) μαρμάρινο συνήθως διάφραγμα που γέμιζε το μεσοδιάστημα μεταξύ των κιόνων στα τέμπλα των παλαιοχριστιανικών κυρίως ναών
- (ναυτ.) μικρή ξύλινη ή μεταλλική γέφυρα στο επάνω μέρος του καταρτιού του σκάφους, που χρησιμοποιείται ως παρατηρητήριο και για την τοποθέτηση προβολέων ή πλοηγικών μέσων, αλλιώς: κόφα
- (ναυτ.) περιτοίχισμα πάνω από το κατάστρωμα πλοίου, παραπέτασμα
- (αρχ.) α) έπαλξη τείχους, αμυντικό προτείχισμα, β) προστέγασμα για την προφύλαξη της πολιορκητικής μηχανής, γ) πύργος στη ράχη των ελεφάντων, δ) (ναυτ.) θέση υπερυψωμένη και προστατευμένη με σανίδωμα στον ιστό, για πολεμιστή, με σκοπό το πέταγμα ακοντίων προς το εχθρικό σκάφος.
Ετυμολογία
< μτγν. θωράκιον [= παραπέτο] < αρχ. θώραξ + [υποκορ. κατάλ.] -ιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θωράκιο», σ. 361. https://navalhistory.gr/lexiko/θωρακιο/