κορβέτα
η, και [παλαιότερα] κορβέτο, το, ουσ.

(ναυτ.) α) είδος ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου, παλαιότερων εποχών, με τρία κατάρτια, εξάρτιση φρεγάτας αλλά μικρότερο εκτόπισμα και ελαφρύτερο εξοπλισμό, κατάλληλο για ανιχνευτικές αποστολές, ο βυζαντινός δρόμων, β) σύγχρονο μικρό πολεμικό πλοίο που χρησιμοποιείται ως συνοδευτικό σε νηοπομπές και το εκτόπισμα του κυμαίνεται από 800 έως 1200 τόνους, συντομογραφία: Κ/Β.
Ετυμολογία
< ιταλ. corvetta α) < λατιν. corbota και corbita [= σιτοφόρο πλοίο], ή
ή < γαλλ. corvette < ολλ. corver [= καταδιωκτικό πλοίο]. [φωτό: κορβέτα Als Class 100]. -
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορβέτα», σ. 448. https://navalhistory.gr/lexiko/κορβετα/