καπονέρα
η, ουσ.
- κοτέτσι για καπόνια [δες 2η ετυμ.]
- (ναυτ.) θαλαμίσκος γόνδολας.
Ετυμολογία
[για τη 2η ερμ.] < βενετ. caponera,
ή [για την 1η ερμ.] < ιταλ. cappona [= πουλάδα που έχει παχυνθεί] < λατιν. capo [= ευνουχισμένος κόκορας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καπονέρα», σ. 403. https://navalhistory.gr/lexiko/καπονερα/