εισαγωγή
η, ουσ.
- είσοδος, μπάσιμο, εισδοχή
- η μεταφορά εμπορευμάτων από το εξωτερικό με σκοπό την πώληση τους στο εσωτερικό
- [πληθ.] εισαγωγές, το σύνολο των εμπορευμάτων που εισάγει μία χώρα
- πρόλογος σε βιβλίο, συνών. προοίμιο
- (μουσ.) ουβερτούρα, πρελούντιο, προανάκρουσμα
- (μηχανολ.) ο πρώτος χρόνος του κύκλου των τεσσάρων χρόνων στους κινητήρες έκρηξης
- (ναυτ.) «εισαγωγή αέρος / ατμού / πιέσεως / σε δεξαμενή / ύδατος», «βαλβίδα / θάλαμος / πόρτα / κρουνός / μηχανισμός / σωλήνας / ταχύτητα εισαγωγής».
Ετυμολογία
< αρχ. εἰσαγωγή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εισαγωγή», σ. 248. https://navalhistory.gr/lexiko/εισαγωγη/