navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όνευος

όνευος

ο, ουσ.

(ναυτ.) είδος χειροκίνητου ή μηχανοκίνητου οριζόντιου βαρούλκου που χρησιμοποιείται στα μικρά εμπορικά πλοία για την ανέλκυση της άγκυρας ή, παλαιότερα, για την έλξη και την ανύψωση βαρέων αντικειμένων καθώς και για το τέντωμα των σχοινιών, συνών. όνος, μανιβέλο, πόμπα.

Ετυμολογία

< αρχ. ὄνευος [= είδος μοχλού].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όνευος», σ. 604. https://navalhistory.gr/lexiko/ονευοσ/