αβαρία
η, ουσ.
- ζημιά
- (ναυτ.) [=*average ή general average = γενική αβαρία και practikular average = μερική αβαρία] α) μερική καταστροφή του ναυτικού φορτίου, β) αναγκαστική απόρριψη μέρους ή όλου του φορτίου του πλοίου στη θάλασσα σε περίπτωση κινδύνου, θαλασσοζημία, συνών. ναυσιβλάβεια, γ) ζημιά οποιουδήποτε είδους σε σκάφος που βρίσκεται εν πλω ή και απώλειά του, συνών. ναυφθορία
- (συνεκδ.) οποιαδήποτε ζημιά, [λαϊκ.] στραπάτσο
- (μτφ.) α) συμβιβασμός, β) περιορισμός αξιώσεων.
Ετυμολογία
[διεθνής όρος] < ιταλ. avaria < αραβ. avâriya, awár [= βλάβη].
Παράγωγα
αβαριάτος [επίθ.], αβαριάτικος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Σημείωμα
1. Ο αγγλικός όρος «average» αποδίδεται συνηθέστερα με την έννοια του μέσου όρου. Για τον λόγο αυτόν ακολουθείται ο όρος general average, όπου στην ελληνική αποδίδεται ως «κοινή ή καλύτερα γενική αβαρία». Ως «γενική αβαρία» χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε έκτακτη, ηθελημένη και εύλογη πράξη θυσίας ή δαπάνες σε στιγμές κοινού θαλασσίου κινδύνου προς διαφύλαξη - διάσωση του πλοίου, του φορτίου και του ναύλου.
2. Ο θεσμός της «Γενικής Αβαρίας» είναι αρχαιότατος και τον συναντάμε στο «Νόμο Ροδίων» (Lex Rhodia, 408 π.Χ.), στο Ρωμαϊκό και Ιουστινιάνειο Δίκαιο (Lex Rhodia de Jactu = η κοινή αβαρία) και στη Μεσαιωνική Ευρώπη, ενώ ρυθμίστηκε νομοθετικά αρχικά στη Γαλλία (Ordonance,1681) και κατόπιν στον Κώδικα Εμπορίου (Code de Commerce, 1808). Ο θεσμός αυτός προέβλεπε ότι σε περίπτωση αποβολής φορτίου, που βρίσκονταν πάνω σε πλοίο, εσκεμμένα από τον πλοίαρχο για την διατήρηση της περιουσίας λόγω άμεσου κινδύνου, η εν λόγω ζημιά να μοιράζεται μεταξύ όλων εκείνων που έχουν συμφέρον από την επελθούσα διάσωση.
http://www1.eaee.gr/sites/default/files/cargo-generalaverage.pdf [ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ]
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβαρία», σσ. 30-31. https://navalhistory.gr/lexiko/αβαρια/