φυλακή
η, ουσ.
- κτήριο εντός του οποίου κρατούνται υπόδικοι ή κατάδικοι, συνών. μπουντρούμι, στενή, ψειρού, μπουζού, δεσμωτήριο, σωφρονιστικό κατάστημα
- η ποινή που ορίζεται από δικαστήριο για ποινικό αδίκημα
- (στρατ.) πειθαρχική ποινή από τον διοικητή στρατιωτικής μονάδας ή, σε μεγαλύτερο βαθμό, από στρατοδικείο, ναυτοδικείο ή αεροδικείο, για παράπτωμα στρατιωτικού
- η ένοπλη φρουρά
- (ναυτ.) η τετράωρη εργασιακή βάρδια των πληρωμάτων πλοίου.
Ετυμολογία
< μτγν. φυλακή [= φρουρά].
Παράγωγα
φυλακίζω, φυλάκιο, φυλακώνω, φυλακίδα.
Σύνθετα
επιφυλακή, εμπροσθοφυλακή, οπισθοφυλακή, πλαγιοφυλακή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φυλακή», σ. 900. https://navalhistory.gr/lexiko/φυλακη/