navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φυλακή

φυλακή

η, ουσ.

  1. κτήριο εντός του οποίου κρατούνται υπόδικοι ή κατάδικοι, συνών. μπουντρούμι, στενή, ψειρού, μπουζού, δεσμωτήριο, σωφρονιστικό κατάστημα
  2. η ποινή που ορίζεται από δικαστήριο για ποινικό αδίκημα
  3. (στρατ.) πειθαρχική ποινή από τον διοικητή στρατιωτικής μονάδας ή, σε μεγαλύτερο βαθμό, από στρατοδικείο, ναυτοδικείο ή αεροδικείο, για παράπτωμα στρατιωτικού
  4. η ένοπλη φρουρά
  5. (ναυτ.) η τετράωρη εργασιακή βάρδια των πληρωμάτων πλοίου.

Ετυμολογία

< μτγν. φυλακή [= φρουρά].

Παράγωγα

φυλακίζω, φυλάκιο, φυλακώνω, φυλακίδα.

Σύνθετα

επιφυλακή, εμπροσθοφυλακή, οπισθοφυλακή, πλαγιοφυλακή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φυλακή», σ. 900. https://navalhistory.gr/lexiko/φυλακη/