κουβούσι
το, ουσ.
(ναυτ.) α) άνοιγμα καθόδου προς το αμπάρι του πλοίου, β) (συνεκδ.) θολωτό ή τετράγωνο ή ορθογώνιο σκέπασμα της καθόδου, που αποτρέπει την είσοδο νερών προς το εσωτερικό του σκάφους σκέπαστρο.
Ετυμολογία
< τουρκ. küvet [= 1. λουτήρας, 2. μπανιέρα, 3. χώρος φύλαξης πυροσβεστικής αντλίας και εργαλείων].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουβούσι», σ. 452. https://navalhistory.gr/lexiko/κουβουσι/