μπάριζα
η, ουσ.
(ναυτ.) είδος μηχανοκίνητης μαούνας: α) για την τροφοδοσία ή την συλλογή απορριμμάτων του πλοίου, ή β) μικρή υδροφόρα ή πετρελαιοφόρο λιμένος που ανεφοδιάζει ελλιμενισμένα σκάφη, συνών. φορτηγίδα.
Ετυμολογία
< αγγλ. barge, ίσως ρωσικής προέλευσης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπάριζα», σ. 543. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαριζα/