πράτιγο
το, ουσ. [παρωχημένο]
(ναυτ.) ελεύθερη επικοινωνία με τους κατοίκους ενός τόπου μετά από άδεια που παραχώρησαν οι λιμενικές ή τελωνειακές ή υγειονομικές Αρχές της περιοχής στην οποία αγκυροβόλησε το πλοίο, συνών. ελευθεροκοινωνία.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) ιταλ. pratico < βενετ. pratigo < μσν. λατιν. practicus < αρχ. πρακτικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πράτιγο», σ. 696. https://navalhistory.gr/lexiko/πρατιγο/