ντοκ
το, άκλ. και ντόκος1, ο, ουσ.
(ναυτ.) προβλήτα εμπορικού λιμανιού στο οποίο πραγματοποιείται η φορτοεκφόρτωση των προϊόντων, συνών. νεωδόχος, νηοδόχος, (φρ.) «ντόκος εισαγωγικού – εξαγωγικού εμπορίου», «επόπτης / προϊστάμενος / φύλακας / ρυμουλκό / κανονισμοί / θύρα ντόκου».
Ετυμολογία
< αγγλ. dock < ίσως από το ολλανδ. docke [= ύφασμα] < μσν. λατιν. ducta / ductus < duco [= σέρνω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντοκ», σ. 585. https://navalhistory.gr/lexiko/ντοκ/