navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύναμμα

σύναμμα

το, ουσ. [πληθ. συνάμματα]

(ναυτ.) πρόχειρος και γρήγορος τρόπος ένωσης δύο σχοινιών, που φτιάχνεται με δύο καντηλίτσες [δες λ.] στην κάθε άκρη, έτσι ώστε η μία θηλιά να περνά μέσα από τη θηλιά της άλλης.

Ετυμολογία

< αρχ. συνάπτω [= συνδέω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύναμμα», σ. 801. https://navalhistory.gr/lexiko/συναμμα/