χειροβολίδα
η, ουσ.
(ναυτ.) α) σχοινί βυθομέτρησης για βάθη όχι μεγαλύτερα των 25 οργιών [δηλ. 50 γιάρδες, ή 150 πόδια, ή 46 μ.], β) τύπος γυάλινης βόμβας που χρησιμοποιούσαν για να μεταδώσουν τη φωτιά στο σκάφος μπουρλότο που προσκολλούσαν στο εχθρικό πλοίο, ειδικά στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης του 21.
Ετυμολογία
< αρχ. χείρ, ἡ, γεν. τῆς χειρ(ός) -ο- + βολίδα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χειροβολίδα», σ. 914. https://navalhistory.gr/lexiko/χειροβολιδα/