κοστάδος
-η, -ον, επίθ.
(ναυτ.) κοντινός, γειτονικός, (φρ.) «πάω κοστάδος», πλέω κοντά στην ακτή.
Ετυμολογία
< βενετ. acostado < μτχ. του ρ. acostar < λατιν. costa [= πλευρά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοστάδος», σ. 451. https://navalhistory.gr/lexiko/κοσταδοσ/