κόμβος
ο, ουσ. [δες και κόμπος]

- διασταύρωση δρόμων, γραμμών, σταυροδρόμι, (φρ.) «κυκλικός / συγκοινωνιακός / ισόπεδος / ανισόπεδος / σιδηροδρομικός / κυκλοφοριακός κόμβος»,
- (μτφ.) κεντρικό σημείο δραστηριοτήτων
- (ναυτ.) μονάδα μέτρησης [kn] της ωριαίας ταχύτητας του πλοίου ή της έντασης του ανέμου ίση με ένα ναυτικό μίλι ανά ώρα [nm/h]
- (φρ.) «ἡράκλειος κόμβος» αλλά και «ἡράκλειον ἄμμα», δεσμός αποτελούμενος από δύο αντιθετικά συμπλεκόμενες θηλειές.
Ετυμολογία
< μτγν. κόμβος, αγγλ. knot.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόμβος», σσ. 442-443. https://navalhistory.gr/lexiko/κομβοσ/