navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόμβος

κόμβος

ο, ουσ. [δες και κόμπος]

κόμβος, εικόνα από το έντυπο
  1. διασταύρωση δρόμων, γραμμών, σταυροδρόμι, (φρ.) «κυκλικός / συγκοινωνιακός / ισόπεδος / ανισόπεδος / σιδηροδρομικός / κυκλοφοριακός κόμβος»,
  2. (μτφ.) κεντρικό σημείο δραστηριοτήτων
  3. (ναυτ.) μονάδα μέτρησης [kn] της ωριαίας ταχύτητας του πλοίου ή της έντασης του ανέμου ίση με ένα ναυτικό μίλι ανά ώρα [nm/h]
  4. (φρ.) «ἡράκλειος κόμβος» αλλά και «ἡράκλειον ἄμμα», δεσμός αποτελούμενος από δύο αντιθετικά συμπλεκόμενες θηλειές.

Ετυμολογία

< μτγν. κόμβος, αγγλ. knot.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόμβος», σσ. 442-443. https://navalhistory.gr/lexiko/κομβοσ/