navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παράμεσος

παράμεσος

ο, ουσ.

(ανατ.) το δάχτυλο του χεριού που βρίσκεται ανάμεσα στο μέσο και στο μικρό, συνών. δακτυλίτης, δακτυλιδιώτης, (ναυτ.) [φρ.] «παράμεσος συστολέας», σχοινί στην πίσω όψη των ανοιχτών πανιών ενός ιστιοφόρου σκάφους [κόντρα μέτζο].

Ετυμολογία

< παρά + μέσος [= μεσαίος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράμεσος», σ. 633. https://navalhistory.gr/lexiko/παραμεσοσ/