navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γοφός

γοφός

ο, ή ισχίο, το, ουσ.

  1. (ανατ.) το μέρος του σώματος που εκτείνεται γύρω από την άρθρωση του ισχίου στο ανώτερο μέρους του μηριαίου οστού
  2. (ναυτ.) είναι το πρυμναίο τμήμα των πλευρών μέχρι τη μέση, δεξιά και αριστερά, το κάθε ισχίο είναι θεωρητικά δηλ. το ¼ της πλευρικής επιφάνειας του σκάφους.

Ετυμολογία

< αρχ. γοφός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γοφός», σσ. 190-191. https://navalhistory.gr/lexiko/γοφοσ/