γοφός
ο, ή ισχίο, το, ουσ.
- (ανατ.) το μέρος του σώματος που εκτείνεται γύρω από την άρθρωση του ισχίου στο ανώτερο μέρους του μηριαίου οστού
- (ναυτ.) είναι το πρυμναίο τμήμα των πλευρών μέχρι τη μέση, δεξιά και αριστερά, το κάθε ισχίο είναι θεωρητικά δηλ. το ¼ της πλευρικής επιφάνειας του σκάφους.
Ετυμολογία
< αρχ. γοφός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γοφός», σσ. 190-191. https://navalhistory.gr/lexiko/γοφοσ/