φέλσα
Και: φέρσα
η, ουσ.
- λωρίδα υφάσματος
- (ναυτ.) καθένα από τα φύλλα από τα οποία ράβεται το ιστίο.
Ετυμολογία
ίσως ιταλ. προέλευσης, ferza, ferzo.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φέλσα και φέρσα», σ. 888. https://navalhistory.gr/lexiko/φελσα-και-φερσα/