εγκάρσιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που τέμνει κάθετα ένα σώμα ως προς το νοητό άξονά του, (φρ.) «εγκάρσια τομή», τομή κατά πλάτος, «εγκάρσια τόξα» (αρχιτ.) «εγκάρσιο κλίτος ναού», (ναυτ.) «εγκάρσια αποθήκη καυσίμων / ιστιοφορία / ευστάθεια / κύματα».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐγκάρσιος.
Επιρρήματα
εγκάρσια, εγκαρσίως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγκάρσιος», σ. 243. https://navalhistory.gr/lexiko/εγκαρσιοσ/