(ν)τρίτσα
Και: δρίτσα
η, ουσ.
(ναυτ.) το μαντίκι, δηλ. καθένα από τα σχοινιά, φυσικά ή μεταλλικά ή συνθετικά, ή μπορεί και αλυσίδες, που ανυψώνει κάποια σημαία ή που σταθεροποιεί τα άκρα των κεραιών ιστίων [πανιών], (αρχ.) κεροίαξ, ὑπέρα, συνών. μαντάρι.
Ετυμολογία
< ιταλ. drizza, ή
ή < αγγλ. trice.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(ν)τρίτσα και δρίτσα», σ. 587. https://navalhistory.gr/lexiko/ντριτσα-και-δριτσα/