μπεντένι
Και: μπεδένι
το, ουσ. [γεν. μπεντενιού, -ιών]
- (στρατ.) τείχος ή έπαλξη κάστρου
- πετρόκτιστη μάντρα
- (ναυτ.) χοντρό σχοινί πλοίου για το δέσιμό του στο μόλο, [διαδικασία κατά την οποία οι δύο άκρες του σχοινιού είναι δεμένες στο πλοίο, χωρίς δύσκολους κόμπους έτσι που να λύνεται εύκολα χωρίς να απαιτείται να βγει κάποιος από το σκάφος], παλαμάρι, κάβος.
Ετυμολογία
< τουρκ. beden [= 1. σώμα, κορμί, 2. κορμός, 3. σάρκα, 4. προπύργιο, τοίχωμα πύργου / κάστρου] < αραβικής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπεντένι και μπεδένι», σσ. 546-547. https://navalhistory.gr/lexiko/μπεντενι-και-μπεδενι/