πόδεμα
το, ουσ.
- (λαϊκότρ.) α) το να βάζει κανείς τα παπούτσια του, β) το παπούτσι
- (ναυτ.) το άκρο της πρύμνης σε αβαθή βάρκα.
Ετυμολογία
< ποδέ(νω) -μα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόδεμα», σ. 679. https://navalhistory.gr/lexiko/ποδεμα/