φάλκης
ο, ουσ.
(ναυτ.) το πρόσθιο τμήμα της πλώρης του πλοίου, στην περιοχή της ισάλου γραμμής, το οποίο σχίζει τα κύματα, κατασκευαστικά ομοιάζει με το γράμμα «S» ελαφρά τεντωμένο στα άκρα του, συνών. κυματοτόμος, θαλασσοτόμος, ταλιαμάς και νταλιαμάς.
Ετυμολογία
< αρχ. φάλαγξ, ή
ή από το λατιν. falx [= γαμψό είδος ξίφους των Θρακών και των Δακών], γεν. falcis [= δρεπάνι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φάλκης», σσ. 883-884. https://navalhistory.gr/lexiko/φαλκησ/