σοκάρω
ρ. [μετβ.]
(ναυτ.) τεντώνω κάποιο σχοινί του πλοίου.
Ετυμολογία
< ιταλ. assuccare, ή
ή < ισπαν. προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σοκάρω», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σοκαρω/