κατάπλους
ο, ουσ.
(ναυτ.) άφιξη πλοίου σε λιμάνι με σκοπό την απο/επι-βίβαση ταξιδιωτών ή την φορτοεκφόρτωση οχημάτων, [εξαίρεση του όρου αποτελεί η προσωρινή προσέγγιση πλοίου σε όρμο καταφυγής λόγω καιρικών συνθηκών ή σε περίπτωση εφοδιασμού του πλοίου με τα αναγκαία για την πορεία του σε τρόφιμα, εργαλεία, προσωπικό κ.λπ. δηλ. «τράνζιτ διέλευση» (γαλλ. transit)], συνών. προσόρμιση, άραγμα, είσπλους, προσέγγιση, αραξιά, ελλιμένιση, ελλιμενισμός, όρμιση, αντών. απόπλους, έκπλους, (φρ.) «άδεια / δηλωτικό / τελωνειακό δελτίο κατάπλου».
Ετυμολογία
< αρχ. κατάπλους.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάπλους», σσ. 418-419. https://navalhistory.gr/lexiko/καταπλουσ/