σηματοφόρος
Και: σηματοφορέας, σημαφόρος
ο, ουσ.
(ναυτ.) παράκτια κατασκευή, σε ανοικτό και ευδιάκριτο χώρο, από την οποία παρακολουθούνται οι κινήσεις πλοίων και αεροπλάνων και με ηλεκτρικά ή ραδιοτηλεγραφικά σήματα μεταβιβάζονται σε αυτά πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλειά τους και τις μετεωρολογικές προβλέψεις.
Ετυμολογία
< σηματο- + -φόρος.
Παράγωγα
σηματοφορικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σηματοφόρος ή σηματοφορέας ή σημαφόρος», σ. 756. https://navalhistory.gr/lexiko/σηματοφοροσ-η-σηματοφορεασ-η-σημαφοροσ/