σκυτάλη
η, ουσ.
- (αθλητ.) μικρό κυλινδρικό κούφιο ραβδί [0,28 μ. έως 0,30 μ.] από ξύλο ή αλουμίνιο ή πλαστικό που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της σκυταλοδρομίας στον στίβο
- (ναυτ.) καθένας από τους μοχλούς που περιστρέφουν τον εργάτη [= μηχάνημα έλξης] του σκάφους για την ανάσυρση της άγκυρας, συνών. μανέλα
- (φρ.) «παίρνω την σκυτάλη», δηλ. διαδέχομαι κάποιον και συνεχίζω το έργο του.
Ετυμολογία
< αρχ. σκυτάλη [= ραβδί ή ρόπαλο σε σχήμα κυλίνδρου που χρησίμευε στη γραφή μυστικών μηνυμάτων, των Σπαρτιατών].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκυτάλη», σσ. 771-772. https://navalhistory.gr/lexiko/σκυταλη/