επιστρόφιο
Και: πιστρόφι
το, ουσ. [πληθ. πιστρόφια]
(ναυτ.) [παρωχημένο] η πρώτη εξωτερική σειρά μαδεριών που υπάρχει σε κάθε πλευρά του κάτω μέρους ξύλινων πλοίων, συνών. τουρέλο.
Ετυμολογία
< επιστρ(έφω) + -όφ(ιο) / -ι.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστρόφιο και πιστρόφι», σ. 298. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστροφιο-και-πιστροφι/