κάρτερ
το, άκλ. ουσ.
(τεχνολ.) α) προστατευτικό εξάρτημα των περιστρεφόμενων μερών της μηχανής του μηχανοκίνητου μέσου, συνών. (ναυτ.) στροφαλοθάλαμος, β) (συνεκδ.) δοχείο λαδιού [ή γράσου] που βρίσκεται στο κάτω μέρος του κινητήρα με σκοπό τη λίπανση της μηχανής.
Ετυμολογία
< γαλλ. carter [από το όνομα του εφευρέτη J. Harrison Carter].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάρτερ», σ. 411. https://navalhistory.gr/lexiko/καρτερ/