επίπλους
ο, ουσ.
- (ναυτ.) το να πλέει κανείς εναντίον κάποιου
- (ανατ.) οι πτυχές του περιτοναίου που συνδέουν κοιλιακά σπλάχνα μεταξύ τους.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίπλους < ἐπί + πλοῦς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίπλους», σ. 294. https://navalhistory.gr/lexiko/επιπλουσ/