αργανέλο
το, ουσ.
(ναυτ.) μικρό βαρούλκο των πλοίων που χρησιμεύει για το σήκωμα της άγκυρας, βίντζι, ονίσκος [βαρούλκο εμπορικών σκαφών].
Ετυμολογία
< ιταλ. arganello < argano [= μικρό βίντσι, γερανός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αργανέλο», σσ. 114-115. https://navalhistory.gr/lexiko/αργανελο/