navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπότσος

μπότσος

ο, μπαρμπαρέσα, η, ουσ.

(ναυτ.) αλυσίδα ή χοντρό σκοινί για το δέσιμο και τη στερέωση της άγκυρας και γενικά κάθε κινητού πράγματος του καταστρώματος, έχμα, ανασχετήρας, συνών.: α) αγκυροδέτης, β) ονυχοδέτης, γ) ζευκτηρία.

Ετυμολογία

< βεν. bozo.

Παράγωγα

μποτσάρω, μποτσάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπότσος», σ. 551. https://navalhistory.gr/lexiko/μποτσοσ/