navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιστός

ιστός

ο, ουσ.

  1. (ναυτ.) κατάρτι ιστιοφόρου πλοίου πάνω στο οποίο δένονται τα πανιά, [φρ.] «ακάτιος / αναδιπλούμενος / αυτοσχέδιος / βοηθητικός διπλός / ελασμάτινος / επήβολος – μπίμπιλο κατάρτι / επικλινής / εφεδρικός / μεσαίος / μικρός / μέγας / μονοκόμματος / πρόχειρος / σιδηρόπλεκτος / σύνθετος / συγκολλημένος / τελευταίος ιστός», «ιστός επιδρόμου / κεραίας / λέμβου / πολεμικού / φορτωτήρα»
  2. ο αργαλειός
  3. ύφασμα
  4. κοντάρι στο οποίο υψώνεται η σημαία
  5. κυλινδρική μεταλλική κολόνα πάνω στην οποία στερεώνεται η κεραία τηλεοράσεως, ασυρμάτου κ.λπ.
  6. (βιολ.) άθροισμα όμοιων ή παρόμοιων κυττάρων, που εκτελούν την ίδια λειτουργία.

Ετυμολογία

αρχ. < ἵστημι [= στήνω, ορθώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιστός», σ. 376. https://navalhistory.gr/lexiko/ιστοσ/