ιστός
ο, ουσ.
- (ναυτ.) κατάρτι ιστιοφόρου πλοίου πάνω στο οποίο δένονται τα πανιά, [φρ.] «ακάτιος / αναδιπλούμενος / αυτοσχέδιος / βοηθητικός διπλός / ελασμάτινος / επήβολος – μπίμπιλο κατάρτι / επικλινής / εφεδρικός / μεσαίος / μικρός / μέγας / μονοκόμματος / πρόχειρος / σιδηρόπλεκτος / σύνθετος / συγκολλημένος / τελευταίος ιστός», «ιστός επιδρόμου / κεραίας / λέμβου / πολεμικού / φορτωτήρα»
- ο αργαλειός
- ύφασμα
- κοντάρι στο οποίο υψώνεται η σημαία
- κυλινδρική μεταλλική κολόνα πάνω στην οποία στερεώνεται η κεραία τηλεοράσεως, ασυρμάτου κ.λπ.
- (βιολ.) άθροισμα όμοιων ή παρόμοιων κυττάρων, που εκτελούν την ίδια λειτουργία.
Ετυμολογία
αρχ. < ἵστημι [= στήνω, ορθώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιστός», σ. 376. https://navalhistory.gr/lexiko/ιστοσ/