τσούντα
Και: τζούντα
η, ουσ.
(ναυτ.) 1. το σύσπαστο [δες λ.] ή αλλιώς παλάγκο, με σταθερή τη μία τροχαλία και κινητή τη δεύτερη, μαζί με το καλώδιο που χρησιμοποιείται για την ανύψωση του πινό [δηλ. του άνω άκρου του ιστίου], (φρ.) «η τσούντα της μπούμας», «η τσούντα του μουστακιού».
Ετυμολογία
< βενετ. zonda [δες τσόντα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσούντα και τζούντα», σ. 855. https://navalhistory.gr/lexiko/τσουντα-και-τζουντα/