σερνάμενο
το, ως ουσ.
- (ναυτ.) α) το αγόμενο σύσπαστου ή πολύσπαστου, β) ένα από τα σχοινιά που χρησιμοποιείται στο σκάφος, γ) (πληθ.) τα σερνάμενα, (φρ.) «η επιχειρία του σκάφους», δηλ. όλα τα εξαρτήματα του σκάφους των οποίων το ένα άκρο έχει προσδεθεί σε σταθερό σημείο ενώ το άλλο είναι ελεύθερο για τους διάφορους χειρισμούς που απαιτούνται
- (ζωολ.) ερπετό.
Ετυμολογία
< μτχ. παθ. φωνής του ρ. σέρνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σερνάμενο», σ. 752. https://navalhistory.gr/lexiko/σερναμενο/