βελαστράλι
το, ουσ.
(ναυτ.) τραπεζοειδές βοηθητικό πανί, όπως και ο φλόκος, που υψώνεται στον πρότονο του καταρτιού και δένεται σε τρία σημεία, χαμηλά στην μπούμα (ή κέρκο), μπροστά στον ιστό και ψηλά στο πίκι, «αναδρομικό ιστίο», συνών. προΐστιο.
Ετυμολογία
< ιταλ. vela di straglio [= αρτέμωνας].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βελαστράλι», σ. 152. https://navalhistory.gr/lexiko/βελαστραλι/