αγιουτάντης
ο, ουσ.
- βοηθός
- συνεργάτης
- γραμματέας ή υπασπιστής
- (ναυτ.) α) βοηθητικό πανί ιστιοφόρου σκάφους, β) σχοινί ιστιοφόρου για τ’ ανεβοκατέβασμα των πανιών, συνών. ορθωτήρας [= μέσο ανύψωσης αντικειμένων].
Ετυμολογία
< ιταλ. aiutante < aiuto [= βοήθεια] < λατιν. adjuto, adjutare < adjuvo, adjuvare [= βοηθώ].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγιουτάντης», σ. 36. https://navalhistory.gr/lexiko/αγιουταντησ/