navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγιουτάντης

αγιουτάντης

ο, ουσ.

  1. βοηθός
  2. συνεργάτης
  3. γραμματέας ή υπασπιστής
  4. (ναυτ.) α) βοηθητικό πανί ιστιοφόρου σκάφους, β) σχοινί ιστιοφόρου για τ’ ανεβοκατέβασμα των πανιών, συνών. ορθωτήρας [= μέσο ανύψωσης αντικειμένων].

Ετυμολογία

< ιταλ. aiutante < aiuto [= βοήθεια] < λατιν. adjuto, adjutare < adjuvo, adjuvare [= βοηθώ].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγιουτάντης», σ. 36. https://navalhistory.gr/lexiko/αγιουταντησ/