navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλυδωνίζομαι

κλυδωνίζομαι

ρ. [αμετβ.]

  1. (ναυτ.) ταρακουνιέμαι από τη μεγάλη τρικυμία, ταλαιπωρούμαι, θαλασσοδέρνομαι
  2. (μτφ.) βρίσκομαι σε κατάσταση αναστάτωσης.

Ετυμολογία

< μτγν. < αρχ. κλύδων [= κύμα, θαλασσοταραχή].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλυδωνίζομαι», σ. 437. https://navalhistory.gr/lexiko/κλυδωνιζομαι/