navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαδιά

λαδιά

η, ουσ.

  1. λέρωμα από λάδι, κηλίδα από λάδι, λίγδα
  2. σοδειά λαδιού
  3. (μτφ.) απάτη, απατεωνιά, παλιανθρωπιά
  4. (ναυτ.) αλιευτικό εργαλείο με το οποίο επιτυγχάνεται τεχνητή γαλήνη της θάλασσας και διαύγεια στο βυθό.

Ετυμολογία

< λάδ(ι) + -ιά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαδιά», σ. 472. https://navalhistory.gr/lexiko/λαδια/