ιόλ
το, ουσ. άκλ.

(ναυτ.) παραλλαγή ιστιοφόρου σκάφους με δύο κατάρτια με λοξά ιστία, στοιχεία που χρησιμοποιούν μερικές μεγάλες θαλαμηγοί, καθώς και μερικά αλιευτικά σκάφη.
Ετυμολογία
< ολλανδ. jol.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιόλ», σ. 368. https://navalhistory.gr/lexiko/ιολ/