πρύμος
-α, -ο, και πρυμιός, -ιά, -ιό, και πρίμος, -α, -ο, επίθ.
(ναυτ.) α) για άνεμο που φυσάει από το μέρος της πρύμης και είναι ευνοϊκός για ταξίδι, ούριος, (φρ.) «πρυμιός μπαλαούρος», αποθήκη στο κύτος του πρυμναίου [δες λ.], «πάω πρίμα».
Ετυμολογία
< μσν. πρύμος και για το επίρρ. πρύμα < αρχ. (η) πρύμνα [= το πίσω μέρος ενός πλοίου, πρύμνη] < αρχ. επίθ. πρυμνός, (-ή, -όν,) [= έσχατος, τελευταίος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρύμος», σ. 712. https://navalhistory.gr/lexiko/πρυμοσ/